Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

12/θ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ: ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

12/θ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΟΛΙΧΝΙΤΟΥ: ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ:





ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΙ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Είναι ανάγκη, είναι απαραίτητο τούτη τη στιγμή, που στη γιορτή λήξης της φετινής Σχολικής Χρονιάς, του Δημοτικού Σχολείου Πολιχνίτου, όπου και μου έγινε η έμπρακτη προσφορά αγάπης  από το Σύλλογο διδασκόντων του 12/θ Δημοτικού Σχολείου Πολιχνίτου, να ξαναχρησιμοποιήσω, ύστερα από ένα χρόνο, τον ιστοχώρο τούτο για να καταθέσω  λίγες σκέψεις αγάπης και συγκίνησης.


  Ο λόγος… η απονομή της τιμητικής πλακέτας, για τη προσφορά μου,  όπως αναφέρει, στην εκπαίδευση, και στο Δημ. Σχολείο του Πολιχνίτου όπου και υπηρέτησα τα δυο τελευταία χρόνια της εκπαιδευτικής μου υπηρεσίας και από όπου συνταξιοδοτήθηκα. Θέλω λοιπόν να εκφράσω από τα βάθη της καρδιάς μου ένα μεγάλο, ένα αληθινό ευχαριστώ. Ένα ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου, στα πρόσωπα αυτά με τα οποία συνεργαστήκαμε πάντοτε άριστα και χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα.

Το τριθέσιο Δημ. Σχολείο του Λισβορίου το  έκλεισαν…
Μεταφερθήκαμε όλοι, δάσκαλοι και παιδιά, σε ένα αχανή χώρο, στο τεράστιο Σχολείο του Πολιχνίτου.

Ενδόμυχα υποπτευόμασταν προβλήματα προσαρμογής.
Δεν υπήρξε όμως, εκπαιδευτικά,  κανένα πρόβλημα, εκτός βέβαια αυτό των μεταφορών. Η προσαρμογή ομαλότατη.
Προσωπικά σαν εκπαιδευτικός και συνάμα ιερέας, συνάντησα μια μεγάλη, τεράστια, ανοιχτή αγκαλιά, από όλους ανεξαίρετα και ιδιαίτερα από τον κ. Διευθυντή, που δεν θα τη ξεχάσω ποτέ.
Όλα άψογα
Μαρτύρησε ο κ. Διευθυντής πως τους φαινόταν παράξενο να βρίσκεται ένας ρασοφόρος μέσα στο Σχολείο και μέσα στο Σύλλογο διδασκόντων. Αλλά ο χρόνος έδειξε πως κανένα παράξενο δεν συμβαίνει.
ΑΨΟΓΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΕΝ ΑΛΛΗΛΟΙΣ ΑΓΑΠΗ.
Θέλω κι εγώ με την ευκαιρία τούτη να του πω, χρησιμοποιώντας τη παράφραση της γνωστής μας παροιμίας, πως «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, μα ο παπάς τα ράσα», τούτο.
Δεν κάνουν το δάσκαλο, ούτε τα κουστούμια, ούτε τα ράσα, ούτε οποιαδήποτε άλλη φορεσιά. Τον δάσκαλο τον κάνει η καρδιά, τον κάνει το περίσσευμα συνείδησης.
Έτσι με τη καρδιά, έτσι με τη ψυχή εργάστηκα κι εγώ..
Νομίζω πως κάτι προσέφερα.
Και βέβαια εισέπραξα πολύ περισσότερα.
Εισέπραξα αγάπη.
Απ’   τους συναδέλφους, απ’ τους γονείς και κυρίως από τα παιδιά. Τα παιδιά που τα αγάπησα, τα αγαπώ και με αγαπούν κι αυτά και πάντα έχουν μια ανοιχτή αγκαλιά για μένα.
Να είναι βέβαια πως και η δική μου αγκαλιά είναι γι’ αυτά πάντα ανοιχτή.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΘΕΡΜΑ

π.ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΛΕΝΤΑΣ

Συν/χος εκπαιδευτικός

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ






Την Κυριακή των Βαΐων, σε ανάμνηση της θριαμβευτικής εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα, όλοι οι ναοί στολίζονται με κλαδιά από βάγια, ή φοίνικες δηλαδή 
από άλλα νικητήρια φυτά, όπως δάφνη, ιτιά, μυρτιά και ελιά.
Μετά τη λειτουργία μοιράζονται στους πιστούς.

Η εκκλησία μας καθιέρωσε ήδη από τον 9ο αιώνα το έθιμο αυτό
μια και όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης
«όχλος πολύς...έλαβον τα βαΐα των φοινίκων και εξήλθον εις υπάντησιν αυτώ».
Στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, στα Ιεροσόλυμα, ο επίσκοπος έμπαινε στην πόλη
«επί πώλου όνου», αναπαριστάνοντας το γεγονός, ενώ στα βυζαντικά γινόνταν
«ο περίπατος του αυτοκράτορα», από το Παλάτι προς τη Μεγάλη Εκκλησία.
Στη διαδρομή αυτή ο αυτοκράτορας μοίραζε στον κόσμο βάγια και σταυρούς και ο Πατριάρχης σταυρούς και κεριά.

Με τα βάγια οι πιστοί στόλιζαν τους τοίχους των σπιτιών και το εικονοστάσι τους.
Και σήμερα όλες οι εκκλησίες στολίζονται με δαφνόφυλλα ή βάγια.

Τα "βαγιοχτυπήματα"

Τα παλιότερα χρόνια τους τα προμήθευαν τα νιόπαντρα ζευγάρια της χρονιάς ή και μόνο οι νιόπαντρες γυναίκες, για το καλό του γάμου τους.
Πίστευαν πως η γονιμοποιός δύναμη που κρύβουν τα φυτά αυτά
θα μεταφερόταν και στις ίδιες και η μια χτυπούσε την άλλη με τα βάγια.
Τα "βαγιοχτυπήματα" σιγά-σιγά άρχισαν να γίνονται και από τις άλλες γυναίκες
και τα παιδιά τις μιμούνταν και όπως χτυπιούνταν μεταξύ τους εύχονταν:
"Και του χρόνου, να μη σε πιάν' η μυίγα".

Δυνάμεις ιαματικές και αποτρεπτικές, μαζί με τις γονιμοποιές, αποδίδονταν στα βάγια και γι αυτό έπρεπε μετά την εκκλησία όλα να τα "βατσάσουν" για το καλό.
Τα δέντρα, τα περβόλια, τα κλήματα, τις στάνες, τα ζώα, τους μύλους, τις βάρκες.
Από ένα κλαδάκι κρεμούσαν στα οπωροφόρα, για να καρπίζουν και στα κηπευτικά, για να μην τα πιάνει το σκουλήκι.

"Μέσα βάγια και χαρές,
όξω ψύλλοι, κόριζες !"
‘Ολα εξαφανίζονταν από τα σπίτια μόλις μπαίναν τα βάγια.
Κρατούσαν την πρώτη θέση στο εικονοστάσι και μ' αυτά "κάπνιζαν"
οι γυναίκες τα παιδιά για το "κακό το μάτι".

Στη Λέσβο τα παιδιά, μετά την εκκλησία, στόλιζαν ένα δεμάτι από κλαδιά δάφνης με κόκκινα ή πράσινα πανάκια από καινούργιο φουστάνι, κρεμούσαν κι ένα κουδούνι και καθώς πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι ψάλλοντας και λέγοντας εξορκισμούς για τους ψύλλους και τα ποντίκια, έδιναν και ένα κλαράκι δάφνης στη νοικοκυρά.
Στο τέλος ζητούσαν και το χάρισμά τους:
"Χρόνια πολλά, εν ονόματι Κυρίου, δό μ' τ' αυγό να φύγω"

Στην Ανατολική Ρωμυλία, τα κορίτσια έφτιαχναν με τα βάγια στεφάνια, τους έδεναν
μια κόκκινη κλωστή και τραγουδώντας όλες μαζί πήγαιναν και τα πέταγαν
στο ρέμα κι όπως έπαιρνε τα στεφάνια το νερό, όποιας πήγαινε μπροστά
εκείνη θα γινόταν "συντέκνησσα". Πρώτη στο γυρισμό, πρώτη στο χορό και
στο δικό της σπίτι η μάνα της θα έφτιαχνε τα φασόλια και θα τις φίλευε όλες,
μαζί με ελιές.

Στη Τήνο, την Κυριακή των Βαΐων, τα παιδιά τριγύριζαν στους δρόμους
κρατώντας μαζί με το στεφάνι τους την "αργινάρα", μια ξύλινη ή και σιδερένια ροκάνα που τη στριφογύριζαν με δύναμη. Μέσα σε εκκωφαντικό θόρυβο κατέληγαν στη θάλασσα, όπου πετούσαν στο στεφάνι στο νερό.

Το έθιμο της περιφοράς των κλαδιών θυμίζει την "ειρεσιώνη", το στολισμένο με καρπούς κλαδί, που στις γιορτές της άνοιξης περιέφεραν στους δρόμους τα παιδιά, στην αρχαιότητα. Τα βάγια τα έπλεκαν σε πάρα πολλά σχέδια:
φεγγάρια, πλοία, γαϊδουράκια, το πιο συνηθισμένο όμως ήταν ο σταυρός.
Σε μερικά μέρη τους έδιναν το σχήμα του ψαριού. Ψάρι είχαν σαν σημάδι αναγνώρισης οι πρώτοι χριστιανοί, η λέξη ΙΧΘΥΣ, εξάλλου,
προέρχεται από τα αρχικά Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ.
Αν και είναι εκόμα σαρακοστή, η εκκλησία την Κυριακή των Βαϊων
επιτρέπει το ψάρι. Έτσι και το τραγούδι των παιδιών λέει:

"Βάγια, Βάγια των βαγιών,
τρώνε ψάρι και κολιό,
κι ως την άλλη Κυριακή
με το κόκκινο αυγό ! "

Πηγή: http://www.paidika.gr  ΚΑΙ  Έθιμα του Πάσχα - ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ - ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ











Κυριακή 23 Μαρτίου 2014

 

Εὐαγγελισμός - Ἑλληνισμός

 Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

 

Μὲ μιᾶς ἀνοίγει ὁ οὐρανός, τὰ σύγνεφα μεριάζουν,
οἱ κόσμοι ἐμείνανε βουβοί, παράλυτοι κοιτάζουν.
Μία φλόγα ἀστράφτει... ἀκούονται ψαλμοὶ καὶ μελῳδία...
Πετάει ἕν᾿ ἄστρο... σταματᾶ ἐμπρὸς εἰς τὴ Μαρία...
«Χαῖρε τῆς λέει ἀειπάρθενε, εὐλογημένη χαῖρε!
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ. Χαῖρε Μαρία, Χαῖρε!»
Ἐπέρασαν χρόνοι πολλοί... Μία μέρα σὰν ἐκείνη
ἀστράφτει πάλι ὁ οὐρανός... Στὴν ἔρμη της τὴν κλίνη
λησμονημένη, ὁλόρφανη, χλωμὴ κι ἀπελπισμένη,
μία κόρη πάντα τήκεται, στενάζει ἁλυσωμένη.
Τὰ σιδερὰ εἶναι ἀτάραγα, σκοτάδι ὁλόγυρά της.
Ἡ καταφρόνια, ἡ δυστυχιὰ σέπουν τὰ κόκαλά της.
Τρέμει μὲ μιᾶς ἡ φυλακὴ καὶ διάπλατη ἡ θυρίδα
φέγγει κι ἀφήνει καὶ περνᾶ ἕν᾿ ἄστρο, μίαν ἀχτίδα.
Ὁ Ἄγγελος ἐστάθηκε, διπλώνει τὰ φτερά του...
«Ξύπνα, ταράζου, μὴ φοβοῦ, χαῖρε, Παρθένε, χαῖρε.
Ὁ Κύριός μου εἶναι μὲ σέ, Ἑλλὰς ἀνάστα, χαῖρε».
Οἱ τοῖχοι εὐθὺς σωριάζονται. Ἡ μαύρ᾿ ἡ πεθαμένη
νοιώθει τὰ πόδια φτερωτά. Στὴ μέση της δεμένη
χτυπάει ἡ σπάθα φοβερή. Τὸ κάθε πάτημά της
ἀνοίγει μνῆμ᾿ ἀχόρταγο. Ρωτᾶ γιὰ τὰ παιδιά της...
Κανεὶς δὲν ἀποκρένεται... Βγαίνει, πετᾶ στὰ ὄρη...
Λιώνουν τὰ χιόνια ὅθε διαβεῖ, ὅθε περάσει ἡ Κόρη.
«Ξυπνᾶτε ἐσεῖς ποὺ κοίτεστε, ξυπνᾶτε ὅσοι κοιμᾶστε,
τὸ θάνατο ὅσοι ἐγεύτητε, τώρα ζωὴ χορτάστε».
Οἱ χρόνοι φεύγουνε, πετοῦν καὶ πάντα ἐκείνη ἡ μέρα
εἶναι γραμμένο ἐκεῖ ψηλὰ νὰ λάμπει στὸν αἰθέρα
μ᾿ ὅλα τὰ κάλλη τ᾿ οὐρανοῦ. Στολίζεται ὅλη ἡ φύση
μὲ χίλια μύρια λούλουδα γιὰ νὰ τὴ χαιρετήσει.
Γιορτάστε την, γιορτάστε την. Καθεὶς ἂς μεταλάβει
ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ σεῖς καὶ σεῖς οἱ σκλάβοι,
ὅσοι τὴ δάφνη στὴ καρδιὰ νὰ φέρετε φοβᾶστε,
ἀφορεσμένοι νἆστε.





Ο βράχος και το κύμα

 

 Αριστοτέλης Βαλαωρίτης


Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μὲς στὰ στήθη μου, ποὖσαν νεκρὰ καὶ κρύα,
μαῦρος βοριὰς ἐφώλιασε καὶ μαύρη τρικυμία.
Ἀφροὺς δὲν ἔχω γι᾿ ἄρματα, κούφια βοὴ γι᾿ ἀντάρα,
ἔχω ποτάμι αἵματα, μὲ θέριεψε ἡ κατάρα
τοῦ κόσμου, ποὺ βαρέθηκε, τοῦ κόσμου, πού ῾πε τώρα,
βράχε, θὰ πέσης, ἔφτασεν ἡ φοβερή σου ἡ ὥρα!
Ὅταν ἐρχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
καὶ σὄγλυφα καὶ σὄπλενα τὰ πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ᾿ ἐκύτταζες καὶ φώναζες τοῦ κόσμου
νὰ δεῖ τὴν καταφρόνεση, ποὺ πάθαινε ὁ ἀφρός μου.
Κι ἀντὶς ἐγὼ κρυφὰ κρυφά, ἐκεῖ ποὺ σ᾿ ἐφιλοῦσα
μέρα καὶ νύχτα σ᾿ ἔσκαφτα, τὴ σάρκα σου ἐδαγκοῦσα
καὶ τὴν πληγὴ ποὺ σ᾿ ἄνοιγα, τὸ λάκκο πού ῾θε κάμω
μὲ φύκη τὸν ἐπλάκωνα, τὸν ἔκρυβα στὴν ἄμμο.
Σκύψε νὰ ἰδῆς τὴ ρίζα σου στῆς θάλασσας τὰ βύθη,
τὰ θέμελά σου τά ῾φαγα, σ᾿ ἔκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ! Τοῦ δούλου τὸ ποδάρι
θὰ σὲ πατήση στὸ λαιμό… Ἐξύπνησα λιοντάρι!»
Ὁ βράχος ἐκοιμότουνε. Στην καταχνιὰ κρυμμένος,
ἀναίσθητος σοῦ φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Τοῦ φώτιζαν τὸ μέτωπο, σχισμένο ἀπὸ ρυτίδες,
τοῦ φεγγαριοῦ, ποὖταν χλωμό, μισόσβηστες ἀχτίδες.
Ὁλόγυρά του ὀνείρατα, κατάρες ἀνεμίζουν
καὶ στὸν ἀνεμοστρόβιλο φαντάσματα ἀρμενίζουν,
καθὼς ἀνεμοδέρνουνε καὶ φτεροθορυβοῦνε
τὴ δυσωδία τοῦ νεκροῦ τὰ ὄρνια ἂν μυριστοῦνε.
Τὸ μούγκρισμα τοῦ κύματος, τὴν ἄσπλαγχνη φοβέρα,
χίλιες φορὲς τὴν ἄκουσεν ὁ βράχος στὸν ἀθέρα
ν᾿ ἀντιβοᾶ τρομαχτικὰ χωρὶς κὰν νὰ ξυπνήσει,
καὶ σήμερα ἀνατρίχιασε, λὲς θὰ λιγοψυχήσει.
«Κῦμα, τὶ θέλεις ἀπὸ μὲ καὶ τὶ μὲ φοβερίζεις;
Ποιὸς εἶσαι σὺ κι ἐτόλμησες, ἀντὶ νὰ μὲ δροσίζεις,
ἀντὶ μὲ τὸ τραγούδι σου τὸν ὕπνο μου νὰ εὐφραίνεις,
καὶ μὲ τὰ κρύα σου νερὰ τὴ φτέρνα μου νὰ πλένεις,
ἐμπρός μου στέκεις φοβερό, μ᾿ ἀφροὺς στεφανωμένο;
Ὅποιος κι ἂν εἶσαι μάθε το, εὔκολα δὲν πεθαίνω!»
«Βράχε, μὲ λένε Ἐκδίκηση. Μ᾿ ἐπότισεν ὁ χρόνος
χολὴ καὶ καταφρόνεση. Μ᾿ ἀνάθρεψεν ὁ πόνος.
Ἤμουνα δάκρυ μιὰ φορὰ καὶ τώρα κοίταξέ με,
ἔγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Ἐδῶ μέσα στὰ σπλάγχνα μου, βλέπεις, δὲν ἔχω φύκη,
σέρνω ἕνα σύγνεφο ψυχές, ἐρμιὰ καὶ καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σὲ ζητοῦν τοῦ ἄδη μου τ᾿ ἀχνάρια…
Μ᾿ ἔκαμες ξυλοκρέβατο… Μὲ φόρτωσες κουφάρια…
Σὲ ξένους μ᾿ ἔριξες γιαλούς… Τὸ ψυχομάχημά μου
τὸ περιγέλασαν πολλοὶ καὶ τὰ πατήματά μου
τὰ φαρμακέψανε κρυφὰ μὲ τὴν ἐλεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, νὰ διαβῶ, ἐπέρασε ἡ γαλήνη,
καταποτήρας εἶμαι ἐγώ, ὁ ἄσπονδος ἐχθρός σου,
γίγαντας στέκω ἐμπρός σου!»
Ὁ βράχος ἐβουβάθηκε. Τὸ κῦμα στὴν ὁρμή του
ἐκαταπόντησε μεμιᾶς τὸ κούφιο τὸ κορμί του.
Χάνεται μὲς τὴν ἄβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σὰ νἆταν ἀπὸ χιόνι.
Ἐπάνωθέ του ἐβόγγιζε γιὰ λίγο ἀγριεμένη
ἡ θάλασσα κι ἐκλείστηκε. Τώρα δὲν ἀπομένει
στὸν τόπο ποὖταν τὸ στοιχειό, κανεὶς παρὰ τὸ κῦμα,
ποὺ παίζει γαλανόλευκο ἐπάνω ἀπὸ τὸ μνῆμα.


Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

"ΑΝΟΙΧΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ"




ΤΟ ΣΧΟΛΕΌ ΜΑΣ ΕΚΛΕΙΣΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΡΊΑ ΧΡΌΝΙΑ.
ΜΑΣ ΤΟ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΊΒΕΙΑ.
ΤΟ ΕΚΛΕΙΣΑΝ ΚΑΚΟΗΘΩΣ, ΥΠΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΧΕΥΜΕΝΑ.

ΑΠΟ ΦΕΤΟΣ ΟΜΩΣ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΑΧΝΟΦΑΙΝΕΤΑΙ ΚΑΠΟΙΟ ΦΩΣ.
ΚΑΠΟΙΟ ΦΩΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΡΗΜΑΞΕΙ ΚΑΙ ΚΑΤΑΝΤΗΣΕΙ ΕΝΑ ΑΘΛΙΟ ΚΟΥΦΑΡΙ.
ΑΝΟΙΞΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΑΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ.
ΑΝΟΙΞΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΘΕΟΦΙΛΟΣ.
ΑΝΟΙΞΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

ΑΝΟΙΧΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ"
ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 16/3/2014 ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΣΗΜΗ ΟΜΙΛΙΑ - ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
ΑΝΟΙΧΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ"
ΑΠΟ ΓΙΑΤΡΟ ΜΕ ΘΕΜΑ ΤΙΣ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ.
ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΜΕΡΑ ΠΑΡΑΤΕΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟΦΙΛΟ
ΚΑΦΕΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΤΟΥ ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΠΑΡΘΕΝΗ ΑΛΒΑΝΟΥ.

ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ!!!